Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Αρετή 3



   
                                                            ΑΡΕΤΗ 3

   Αρετή η μέγιστη προσαρμοστικότητα στις περιστάσεις των καιρών ώστε με πράξεις που αρμόζουν να δίνονται λύσεις στα διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονται στη ζωή. Η ίδια η αρετή στο Δήμο προϋποθέτει μιά πλειοψηφία από γνώμες, κατάφαση των πολλών που κρίνουν την ικανότητα προσαρμογής στην αναγκαιότητα που υπάρχει, δηλαδή το βαθμό της αρετής κάθε ανθρώπου πολίτη.
   Για να μπορεί η πόλη να κρίνει και να προτιμά από αρετής χρειάζεται να πολιτεύεται με στήριγμα τις γνώμες των πολλών. Το σώμα του πολιτεύματος το οποίο προϋποθέτει η αρετή, είναι στη ρίζα του η κυριαρχία του δήμου. " Διά τό μή είς όλιγους αλλ' είς πλείονας οικείν, Δημοκρατία κέκληται "... Περικλέους Επιτάφιος. Όταν η πόλη υποδουλώνεται το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας  χάνεται, αφαιρείται η μισή αρετή του πολίτη όταν γίνεται δούλος, γιατί καταλήγει με τη σκλαβιά να γίνεται δόλιος ακόμα και καταδότης. Αποτέλεσμα η έννοια της αρετής όταν έχουμε δουλεία, να αποκτά άλλο νόημα " Χρόνους πολλούς μετά την αμαρτία που την είπανε αρετή "....  Ο.Ελύτης.
    Αρετή επίσης είναι η συναρμογή σωφροσύνης ( μετρημένα λόγια ) και παρρησίας ( να μιλάς με θάρρος κ ειλικρίνεια ), αρετή το μέσο κ μέτρο μεταξύ δύο άκρων, επιλέγουμε τη μεγαλοπρέπεια μεταξύ μικροπρέπειας και απειροκαλίας, τη μεγαλοψυχία μεταξύ μικροψυχίας και χαυνότητας. Η μόνιμη και σίγουρη πορεία του ανθρώπου προς το καλό και η διαρκής και συνεχής διάθεση για την πραγματοποίησή του.
    Ο Αριστοτέλης λέει "αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω θήραμα κάλλιστον βίω" δηλαδή αρετή που με μεγάλους κόπους γίνεσαι κτήμα του γένους των ανθρώπων και που είσαι η ομορφότερη επιδίωξη της ζωής, γιατί είναι η μόνη που μπορεί να ελευθερώσει τον άνθρωπο από μίση, πάθη, φθόνο, κακίες αδυναμίες. Ένα είναι σίγουρο, ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι ένα πλάσμα κακό, άσχημο, ελεεινό και αρρωστημένο. Γι αυτό είναι αδήριτη ανάγκη να βιώσουμε, να πραγματώσουμε και να διδάξουμε στον κόσμο όλο αρετή, να ξεφύγει από τη βία την καταστροφή.


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Το φώς του 21.. (Σαράντος Καργάκος)

                                                                
                                                                                                            
                                        

                      Tα «χουέλιας» του ’21 

(Στη μνήμη του Καπετάν Νικόλα Κωστάρα)
Κάθε φορά που πλησιάζει μια εθνική επέτειος τρέμω για τους... νεκρούς μας! Μην έλθουν από τα βάθη του Κά­τω Κόσμου και, βλέποντας τα χάλια του Πάνω Κόσμου μας, ζητήσουν από το Χάρο να τους πάει στα τρίσβαθα κι ακόμη πιο βαθειά. Είναι θλιβερό σε κάθε εθνική επέτειο οι ήρωες νεκροί μας να διαπιστώνουν μελαγχολικά, πόσο δεν μοι­άζουνε με μας. Εκείνοι ήσαν από άλλη «πάστα». Εμείς γί­ναμε πιο μαλακοί κι από οδοντόπαστα. Φοβόμαστε ακόμη και τη σκιά μας! Οι μόνοι που λεβεντοπερπατούν είναι οι κακοποιοί.
Οι πιο αδιάντροποι νοσφίζονται και το ’21. Κι ήταν φυσικό γιατί χάσαμε τα ίχνη, χάσαμε το βηματισμό που μας έφερναν ως το ’21.
Διάβασα πριν από καιρό κάτι εντυπωσιακό. Κοντά στην Αβάνα υπάρχει το πιο σεβάσμιο μνημείο της Κούβας: Μια σειρά από αχνάρια ποδιών πάνω στον πετρωμένο πηλό στην όχθη μιας λίμνης. Τα αχνάρια αυτά είναι γνωστά με την ονομασία «Χουέλιας ντε Ακαχουλίνκα». Χουέλιας είναι τα αχνάρια και Ακαχουλίνκα είναι το όνομα της λί­μνης. Σ’ έναν απρόσεκτο επισκέπτη κάποιος από τους γέ­ροντες της περιοχής έκανε μια παρατήρηση σοφή: «Πρό­σεχε που πατάς, γιατί τ’ αχνάρια σου μπορεί να ζήσουν περισσότερο από σένα»!
Δεν νομίζω ότι έχει λεχθεί τίποτε σοφώτερο για την ιστορία. Λένε πως η ιστορία είναι μια επιστήμη –και τέχνη προσθέτω εγώ– που μελετά τα αχνάρια που ζουν περισ­σότερο από μας. Τα ίχνη που μας δείχνουν από πού προ­ερχόμαστε, ώστε να ξέρουμε και προς τα πού πρέπει να πορευόμαστε. Βέβαια στην Κούβα υπάρχει και κάτι που οι εντόπιοι ονομάζουν «μάτα πόλο», δίλεκτη φράση που μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «δεντροφονιάς». Πρόκειται για φυτά τύπου κληματσίδας που ζουν παρασιτικά, που αναρριχώνται και στα πανύψηλα «μπάνιαν», τα στραγγίζουν, τα στραγγαλίζουν και ζουν αυτά, τα παράσι­τα, ενώ τα δέντρα που τα φιλοξένησαν πεθαίνουν.
Με όλη αυτή την εισαγωγή θέλω να πω ότι κάποιοι στον τόπο μας εδώ και καιρό προσπαθούν να σβήσουν τα «χουέλιας» του ’21 κι έτσι να μην ισχύει στη ζωή μας το Κρητικό: «Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύ­ρια». Να μη βαδίζουμε, όπως βάδιζαν οι πρόγονοί μας, που, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, έκαναν τον τόπο τούτο «να ματαειπωθεί Ελλάς». Να μην ξέρουμε πού πατάμε και προς τα πού τραβάμε και απυξίδωτοι να βαδί­ζουμε απροσδιόριστα στο σκοτάδι του μέλλοντος.
Αυτοί οι «δεντροφονιάδες», που με κομματικές πλάτες ανέβηκαν σε θώκους ψηλούς και με κάθε λογής παρεμβο­λές ελέγχουν την επίσημη διανόηση και τα λεγόμενα «μήντια», προσπαθούν να θανατώσουν την Βασιλικήν Δρύν της Ιστορίας του ’21 και οι νέοι μας ανιστόρητοι να ακολουθούν το «μονοπάτι του τυφλού άνθρωπου», όπως λένε οι Ινδιάνοι του Μεξικού. Παρά την πολική θερμοκρα­σία που τυλίγει όσους τολμούν να μάχονται για να μην εξαλειφθεί η μνήμη του ’21, υπάρχουν ακόμη Αργοναύτες του πνεύματος. Ήρωες της αυταπαρνήσεως που μοχθούν να μην οδηγηθεί ο λαός μας στη «Χώρα των Τυφλών». Να αποτραπεί η πνευματική και εθνική μας τύφλωση.
Αλλ’ αυτοί δεν αρκούν και φοβάμαι ότι ματαιοπονούν. Ο λαός μας –ιδίως ο κόσμος της νεολαίας– έχει μείνει παντελώς άρριζος. Το δέντρο της παραδόσεως έχει κοπεί σύρριζα. Οι ρίζες που φθάνουν ως τις φλέβες του ’21 έχουν σπάσει. Ο λαός μας νόμισε ότι απογειώθηκε, επει­δή πήγε ψηλά σαν τον χαρταετό. Αλλά με κομμένο σπάγ­κο! Τώρα κινδυνεύει να χαθεί από το μαύρο του το χάλι στα χάη της ιστορίας του μέλλοντος. Διότι και το μέλλον έχει τη δική του ιστορία. Δυστυχώς στους καιρούς μας χάθηκαν οι Σίβυλλες και τα μαντεία των αρχαίων χρόνων που μέσω των χρησμών εξεμαίευαν από τους θεούς τα σκοτεινά νήματα της μοίρας. Και η χριστιανικότητά μας έχει αρχίσει να χάνει τα διαισθητικά της χαρακτηριστικά. Το πολύ να λειτουργεί σαν μία παρηγορητική δύναμη· όχι σαν οδοδείκτης. Δεν πιστεύουμε ειλικρινά στο δρόμο που μας δείχνει. Ασκούμε υποκρισία θρησκευτικότητας. Ο Γολγοθάς έχει πολύ ανήφορο...
Η δική μου γενιά που γαλουχήθηκε με πολύ ’21 απέρ­χεται. Η παλαιότερη « jam transiit». Έχει ήδη απέλθει. Μες στην έρμη χώρα, ποιος μένει να κρατήσει άσβηστο τον πυρσό του ’21; Πόσοι από τους λεγόμενους σοφούς, που κατά καιρούς καλούν οι κυβερνήτες μας να τους δώσουν φως, μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν την απόκρυφη γλώσσα της μοίρας; Δεν αερολογώ και ούτε μου αρέσει να παραπέμπω σε μεταφυσικού τύπου λύσεις. Ωστόσο, ακράδαντα πιστεύω ότι το μέλλον των νέων είναι κρεμα­σμένο με μία κλωστή από ουράνιο φως.
Κι αυτό το φως μάς το προσφέρει άπλετα η μελέτη του ’21. Ας σκύψουν οι νέοι στις πρωτογενείς πηγές. Τι είναι η δική μας κατάσταση μπρος στα ζοφερά χρόνια της σκλαβιάς; Λέγει ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύ­ματα» που υπαγόρευσε στον Γ. Τερτσέτη:
«Αφού χαλιώντας η Κωνσταντινούπολις επυκνώθη ολούθε το σκοτάδι της δουλείας, συνέβη εις την ελληνικήν φυλήν, ό,τι συμβαίνει την νύχτα εις τον κόσμον, που η ώρα η πλέον σκοτεινή, η πλέον θαμπή της νυχτός είναι η ώρα που σιμώνει το φως της ημέρας».
Αλλά το φως του γλιτωμού δεν έρχεται μόνο του. Πρέ­πει να το ζητήσουμε και να μοχθήσουμε να το φέρουμε στην ψυχή και το πνεύμα μας. Χρειάζεται επίπονη και επί­μονη προσπάθεια για να αναστήσουμε μέσα μας το ’21. Όπως γράφω σε τελευταία μελέτη μου το ’21 έχει πολύ πληγωθεί. Πρέπει να κλείσουμε τις δικές του για να κλεί­σουν και οι δικές μας πληγές. Πληγώνοντας το παρελθόν, πληγώνουμε το παρόν και το μέλλον.
Σαράντος Ι. Καργάκος
                                                                      




Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Το Σπιτάκι στο Λιβάδι (Παπαδιαμάντης)

                             


                                          

                                      ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ-ΦΟΡΟΙ

      Πτωχή χήρα, η Μαριώ η Λιβαδάκαινα, μαζι με την κόρη της την Ματώ,… Άμα ήρχισεν η καταιγίς και τα θεμέλια της οικίας ταχέως κατεπλημμύρισαν.  Αλλ’ ή Μαριώ δεν επρόσεχε  κατ’ αρχάς είς τούτο. Είχε τό μάτι υψηλά κατά το βουνόν. Ήτον αφηρημένη.
      -Μάνα, θα πλημμάρουμε, εφώναξεν ή κόρη της.
       Η μήτηρ εξηκολούθει  να κυττάζη, υψηλά είς το βουνόν.
      -Ας πά νά πλημμάρουμε. Εψιθύρισε.
      -Μάνα πλημμάραμε! Επανέλαβε μετ’ ολίγον η Ματώ……………………….
…… Η χήρα έστρεψε το βλέμμα προς τα παρά πόδας. Όλη η στεφάνη του εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρίσει και το ισόγειον της οικίας ήτο γεμάτον νερόν. Το χαμηλόν πάτωμα εκινδύνευε νά τό φτάση. Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος…………………….
………. -Μάνα, είστε καλά ; Γλυτώσατε ; Ήτο η φωνή του Μανώλη (γιός)……………
……Τήν εσπέραν  εκείνην η πτωχή οικογένεια επήγε και διανυκτέρευσεν είς της  Μαργαρώς της Μποστανούς. Ο Κηπουρός εσυμβούλευε τον Μανώλην:
   -Να κάμης νόμο-τρόπο, λέω γώ, ν’ αγοράσης ένα σπίτοτοπο απάνω στα Κοτρώνια, ή στα γελαδάδικα ή στον απάνω Μαχαλά, να χτίσετε κανένα σπιτάκι να μη σας πατή το νερό.
    Η χήρα έλαβε τον λόγον.
   -Καλά το λές, γείτονα…. μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας, του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιες δραχμές, όλο το διάφορο κεφάλι, το διάφορο κεφάλι …κι άς του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο μόνο δύο χρονιές δεν του πληρώσαμε…Θα μας έχει πάρει άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, κι ακόμη δός του, το διάφορο κεφάλι του ….κι εφοβέριζε να μας βγάλη από το σπίτι, να μας  το πουλήση στη δημοπρασία…και μας είπε τις προάλλες, θα πέση, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώση… Να πού έπεσε τώρα, ας το χαρή ..Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα κλήτορα η κανένα ταχτικό να μας βγάλη απ’ το σπίτι, μεγάλη χάρη θα μας έκανε ..όλοι μας, δύο πήχες τόπο θα χρειαστούμε να μας θάψουν…Ας χορτάσουν πλιά οι αχόρταγοι….
         Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, έπιε μίαν εις υγείαν της χήρας και των τέκνων της, και έψαλλεν ευθύμως το βραχνόν άσμα του:
                               Έλα βαρειά, σιγά και ταπεινά
                               μη πάρουν τ’ άρματα φωτιά
                               και κάψουνε τη γειτονιά.
                               Έρχουμαι, καλέ μ’ δεν έρχουμαι
                               Όξω στην πόρτα στέκουμαι,
                               ξενάκ’ είμαι και ντρέπουμαι. 
                               
                            


                                         

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Μακρυγιάννης ο Έλληνας ο Δημοκράτης

                  
      
                                      
                                                
                                ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (1797-1864)

Αγωνιστής της Ελληνικής επανάστασης, ένας μεγάλος Έλληνας, ένας μεγάλος Δημοκράτης. Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του Λιδορικίου, το Αβορίτι. Γιος του Δημήτριου Τριαντάφυλλου, ονομάστηκε Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματος. Χάνει τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και όταν γίνεται 7 χρόνων δουλεύει για να ζήσει σαν ψυχογιός σε σπίτι πλούσιου Λειβαδίτη. Όταν μεγαλώνει ασχολείται με το εμπόριο και αποκτά οικονομική ανεξαρτησία. Η ζωή του αλλάζει όταν μυείται στη Φιλική Εταιρεία, πιθανότατα το 1820. Αφοσιώνεται με πάθος στον αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας.
Ο Θεός, η Πατρίδα, η Αρετή είναι οι μεγάλες αξίες στις οποίες πιστεύει. Γράφει στ' απομνημονεύματά του με ένα λόγο που αγγίζει την ψυχή Εσύ Κύριε, θ' αναστήσεις τους πεθαμένους Έλληνες, αυτείνων των περίφημων ανθρώπων όπου στόλισαν την ανθρωπότη μ' αρετή. Και με τη δύναμή Σου και τη δικαιοσύνη Σου θέλεις να ξαναζωντανέψεις τους πεθαμένους. Και η απόφασή Σου η δίκια είναι να ματαειπωθεί Ελλάς, να λαμπρυνθεί αυτείνη και η θρησκεία του Χριστού και να υπάρξουν οι τίμιοι και αγαθοί άνθρωποι εκείνοι όπου περασπίζονται τον δίκιον. Χωρίς γραμματικές γνώσεις αποφασίζει το 1829 να μάθει γράμματα, το Φεβρουάριο του 1829, για να γράψει αυτά που έζησε. Αυτό δεν τον εμπόδισε στον Αγώνα για τη Λευτεριά της Πατρίδας, που τόσο αγαπάει. Όσο αγαπώ την πατρίδα μου, δεν αγαπώ τίποτας! Νά 'ρθει ένας να μου πει ότι θα πάγει ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλει και τα δυο μάτια, ότι, αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νά 'χω, στραβός θε να είμαι ότι σ' αυτείνη θα ζήσω”. Ο λόγος του έχει μια δυναμική πρωτόγνωρη, πέτυχε μια εκφραστική πυκνότητα που δεν συνηθίζεται, αποπνέει όλη την ηρωική ατμόσφαιρα του αγώνα. Οι απόψεις του για πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα είναι διατυπωμένες με οξύτητα, ειλικρίνεια και πάθος.
Η αρετή που ζητά ο Μακρυγιάννης, από τον εαυτό του πρώτα και έπειτα από τους άλλους Έλληνες, είναι η αρετή που καθιέρωσε η αρχαία Ελληνική ηθική. Για τους αρχαίους Έλληνες γνωρίζει λίγα πράγματα, γιατί μέσα στους ατελείωτους αγώνες δεν είχε τον καιρό ούτε τα εφόδια, δείτε όμως σε μια αναφορά πως αγγίζει το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα: Όλοι οι προκομμένοι άντρες των παλαιών Ελλήνων, οι γοναίγοι όλης της ανθρωπότης, ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοστένης και οι επίλοιποι πατέρες γενικώς της ανθρωπότης κόπιαζαν και βασανίζονταν νύχτα και ημέρα μ' αρετή, με 'λικρίνειαν, με καθαρόν ενθουσιασμόν να φωτίσουνε την ανθρωπότη και να την αναστήσουν νά 'χει αρετή και φώτα, γενναιότητα και πατριωτισμόν. Όλοι αυτείνοι οι μεγάλοι άντρες του κόσμου κατοικούνε τόσους αιώνες εις τον Άδη σ' έναν τόπον σκοτεινόν και κλαίνε και βασανίζονται δια τα πολλά δεινά όπου τραβάγει η δυστυχισμένη μερική πατρίδα τους. Χάνονται αυτείνοι εχάθη και η πατρίδα τους η Ελλάς έσβησε τ' όνομά της. Αυτείνοι δεν τήραγαν να θησαυρίσουνε μάταια και προσωρινά, τήραγαν να φωτίσουν τον κόσμο με φώτα παντοτινά. Έντυναν τους ανθρώπους αρετή τους γύμνωναν από την κακή διαγωή. Και τοιούτως θεωρούσαν γενικώς την ανθρωπότη και γένονταν δάσκαλοι της αλήθειας. Στους Μύλους της Λέρνης 16 Ιανουαρίου 1825 νικάει τον φοβερό Ιμπραήμ, σώζει την επανάσταση και βάζει τα θεμέλια της λεύτερης Ελλάδας.
Πάνω από τα προσωπικά συμφέροντα χωρίς ιδιοτέλεια με προσφορά χωρίς όρους, παλεύει να καταπολεμήσει τη διχόνοια και τον εμφύλιο σπαραγμό των Ελλήνων. Χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Ρουμελιώτη αγωνιστή είναι η αμεροληψία, η ανεξικακία, η τιμιότητα, η ημερότητα. Μετά την κατάληψη της Αθήνας το 1826 από τον Ιμπραήμ, ο Μακρυγιάννης υπερασπίστηκε με γενναιότητα την Ακρόπολη και απέκρουσε τις σφοδρότατες επιθέσεις οργανώνοντας την άμυνα.
Μετά την απελευθέρωση ο Μακρυγιάννης συνέχισε να αγωνίζεται, να βοηθάει τις χήρες και τα ορφανά, τους αγωνιστές που γυρίζουν γυμνοί και ξυπόλητοι, δείτε τι γράφει το 1835 σε μια αναφορά στην κυβέρνηση: Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείναν και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν όπου μου δίνετε διατάξετε να μου κοπεί όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι ορφανά των σκοτωμένων”. Με δημοκρατικότητα και πολιτικό ήθος πολεμάει την αδικία και την αυθαιρεσία των αρχόντων, ζητά ισότητα και δικαιοσύνη. Από δικαιοσύνη διψάγει η πατρίδα και 'λικρίνεια. Όποιοι την κυβερνούνε, ο θεός να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει εις αυτό”.
Το 1843 είναι ένας από τους πρωταγωνιστές του κινήματος για παραχώρηση συντάγματος από το καθεστώς της οθωνικής απολυταρχίας. Απαιτεί να γίνουν νόμοι, νόμοι στέρεοι και πατρικοί γιατί πίστευε, όπως ο Σόλωνας, ότι μόνο η ευνομία σώζει τους λαούς. Νιώθει μεγάλο χρέος απέναντι στην πατρίδα του, ιδανικό του η εθνική ελευθερία αλλά και η ελευθερία του ατόμου, πιστεύει στην ενότητα και στη συλλογικότητα που πρέπει να έχουμε και να εφαρμόζουμε στις πράξεις και στις δράσεις μας.
Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός εγώ, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς -εγώ; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτιάσει ή χαλάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε το λένε εμείς. Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ ”.
Το 1852 θεωρήθηκε ύποπτος για συνωμοσία εναντίον του Όθωνος, κατηγορήθηκε ότι σχεδίαζε την ανατροπή του καθεστώτος και ύστερα από προκατασκευασμένη δίκη καταδικάστηκε σε θάνατο, το 1853. Η καταδίκη του προκάλεσε την αγανάκτηση του ελληνικού λαού και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή σε ισόβια, αργότερα σε δέκα (10) χρόνια και στο τέλος τον άφησαν ελεύθερο. Πέθανε στην Αθήνα το 1864.
Στους καιρούς μας όπου λείπει η εντιμότητα, ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, η αλληλεγγύη, η ειλικρίνεια, η προσφορά χωρίς ανταμοιβή, το μέτρο, η ολιγάρκεια, με τους πολίτες να ζητάνε κάτι το καθαρό, το στέρεο, πρέπει να δώσουμε στους νέους πρότυπα. Ανθρώπους που πίστευαν σε αξίες και αρχές, είχαν ιδανικά, είχαν πνευματική καλλιέργεια. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Στρατηγός Μακρυγιάννη.

                                                                                          Μάρτιος του 2010
                                                                                         Γρυλλάκης  Θανάσης
                                                                                         Πολιτικός  Μηχανικός